Ματρώνη Τζατζαδάκη-Ψυχολόγος/Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεύτρια
Υπάρχουν όνειρα που δεν τελειώνουν ποτέ. Επιστρέφουν νύχτα μετά τη νύχτα σαν να κουβαλούν ένα μήνυμα που δεν έχει ακόμη διαβαστεί, σαν να ζητούν να ειπωθεί μια ιστορία που δεν έχει ολοκληρωθεί. Στην ψυχανάλυση, αυτά τα επαναλαμβανόμενα όνειρα μοιάζουν με επίμονους ψίθυρους του ασυνειδήτου· μια αδιάκοπη προσπάθεια να αποκαλυφθεί κάτι που δεν μπόρεσε να γίνει σκέψη, κάτι που το τραύμα άφησε μισό, ακατέργαστο, άναυδο.
Ο Freud περιέγραψε τον καταναγκασμό της επανάληψης ως μια δύναμη που υπερβαίνει την απόλαυση και τον πόνο, μια δύναμη που ωθεί το ψυχικό όργανο να επιστρέψει στο σημείο της ρήξης, όχι για να το ξαναζήσει παθητικά, αλλά για να κατορθώσει, έστω και αργά, να το ξαναδουλέψει. Το τραύμα, όταν δεν έχει συμβολοποιηθεί, όταν δεν έχει βρει λέξεις, όταν έχει βυθιστεί στο άναρθρο, επιστρέφει με τη μορφή πράξης, φαντασίωσης, εικόνας. Το όνειρο γίνεται τότε ο τόπος όπου αυτό το «παλιό» συνεχίζει να ζητά χώρο. Δεν έρχεται για να στοιχειώσει, αλλά για να αναζητήσει μια νέα μορφή ύπαρξης.
Μεταγενέστεροι στοχαστές, όπως ο Bion, μίλησαν για εμπειρίες που δεν μπορούν να μεταβολιστούν, που παραμένουν σαν «ωμά δεδομένα» χωρίς όνομα, χωρίς σχήμα. Αυτές οι εμπειρίες δεν εισέρχονται στη σκέψη, επιστρέφουν στην ψυχική σκηνή όπως ακριβώς συνέβησαν: θραυσματικές, ακατανόητες, φορτισμένες. Και η Klein, από την άλλη, μας υπενθυμίζει ότι το υποκείμενο μπροστά στο τραυματικό συχνά διασπάται, αποσπά κομμάτια του εαυτού και τα εκτοξεύει στον άλλο, μην αντέχοντας την πλήρη συνάντηση. Το όνειρο γίνεται ίσως η μοναδική στιγμή όπου αυτά τα κομμάτια μπορούν να αναδυθούν, καλυμμένα από σύμβολα, μεταμφιεσμένα σε ιστορίες, επιτρέποντας μια πιο ανεκτή συνάντηση με ό,τι κάποτε υπήρξε αφόρητο.
Το επαναλαμβανόμενο όνειρο λειτουργεί σαν μια τελετουργία επιστροφής. Η σκηνή παίζεται ξανά και ξανά, όχι από εμμονή αλλά από ανάγκη: την ανάγκη του ψυχισμού να δώσει μορφή σε κάτι που παραμένει για χρόνια άμορφο. Εκεί, μέσα στη νυχτερινή ησυχία, το ασυνείδητο επιχειρεί να «ξαναγράψει» την ιστορία, να αντικαταστήσει το αδιανόητο με κάτι που μπορεί να υποφερθεί. Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότεροι άνθρωποι ξυπνούν από ένα τέτοιο όνειρο με ένα αίσθημα ακαθόριστης γνώσης, σαν να άγγιξαν για μια στιγμή μια αλήθεια που ακόμη δεν μπορεί να ειπωθεί.
Ο Ferenczi πίστευε ότι το τραύμα χρειάζεται μάρτυρα· κάποιον που θα σταθεί παρόν, θα δει, θα ακούσει, θα αντέξει. Το επαναλαμβανόμενο όνειρο ίσως περιμένει ακριβώς αυτόν τον μάρτυρα: έναν αναλυτή, έναν άλλον άνθρωπο που θα δεχτεί την εικόνα, θα την επεξεργαστεί μαζί με το υποκείμενο και θα της δώσει μια θέση στην ιστορία του. Μέσα στον αναλυτικό λόγο, η επανάληψη μετατρέπεται σε αφήγηση, η εικόνα σε σκέψη, το άναρθρο σε λέξη. Η σκηνή ανασημασιοδοτείται, η ένταση μειώνεται, και το όνειρο, σιγά-σιγά, παύει να χρειάζεται να επανέρχεται.
Αν, λοιπόν, τα επαναλαμβανόμενα όνειρα έχουν μια λειτουργία, αυτή ίσως είναι η θεραπευτική. Όχι με την άμεση, γραμμική έννοια της ίασης, αλλά με έναν τρόπο ψυχικά κυκλικό: το ασυνείδητο επιστρέφει στο τραύμα, όχι για να κατακλυστεί από αυτό, αλλά για να το μεταμορφώσει. Να το μετατρέψει από βουβή σκηνή σε μια ιστορία που μπορεί να ειπωθεί. Να το επαναφέρει μέχρι εκείνη τη νύχτα που το υποκείμενο θα μπορέσει, επιτέλους, να το ονειρευτεί διαφορετικά.
Ίσως, τελικά, τα επαναλαμβανόμενα όνειρα να είναι μια πρόσκληση από το εσωτερικό μας σκοτάδι προς το φως. Ένας επίμονος, σχεδόν τρυφερός τρόπος του ασυνειδήτου να πει: «Αυτό που πονάει, χρειάζεται να το δεις ξανά. Και αυτή τη φορά, ίσως να μπορέσεις να το αντέξεις».
Μια υπενθύμιση ότι ο ψυχισμός, ακόμη και μέσα από τον πιο επώδυνο δρόμο, δεν σταματά ποτέ να προσπαθεί να θεραπευτεί.

